きゅうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απορώ, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, μπερδεύομαι, φτάνω στα όριά μου, δυσκολεύομαι, δεν ξέρω τι να κάνω ή τι να πω
  2. 02 πιέζομαι, στριμώχνομαι, φτωχαίνω, περιέρχομαι σε κατάσταση ένδειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
窮する
Παρόν (ευγενικό)
窮します
Άρνηση (απλή)
窮しない
Άρνηση (ευγενική)
窮しません
Παρελθόν (απλό)
窮した
Παρελθόν (ευγενικό)
窮しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
窮しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
窮しませんでした
Τε-μορφή
窮して
Δυνητική
窮できる
Προστακτική
窮しろ
Βουλητική
窮しよう
Υποθετική (ば)
窮すれば