きゅうねこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία το ποντίκι που έχει στριμωχτεί δαγκώνει τη γάτα, η απελπισία δίνει θάρρος στον δειλό

Κλίση

Παρόν (απλό)
窮鼠猫を噛む
Παρόν (ευγενικό)
窮鼠猫を噛みます
Άρνηση (απλή)
窮鼠猫を噛まない
Άρνηση (ευγενική)
窮鼠猫を噛みません
Παρελθόν (απλό)
窮鼠猫を噛んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
窮鼠猫を噛みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
窮鼠猫を噛まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
窮鼠猫を噛みませんでした
Τε-μορφή
窮鼠猫を噛んで
Δυνητική
窮鼠猫を噛める
Προστακτική
窮鼠猫を噛め
Βουλητική
窮鼠猫を噛もう
Υποθετική (ば)
窮鼠猫を噛めば