窶す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αφοσιώνομαι πλήρως σε κάτι, χάνομαι σε κάτι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μεταμφιέζομαι σε κάποιον, στολίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 窶す
- Παρόν (ευγενικό)
- 窶します
- Άρνηση (απλή)
- 窶さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 窶しません
- Παρελθόν (απλό)
- 窶した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 窶しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 窶さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 窶しませんでした
- Τε-μορφή
- 窶して
- Δυνητική
- 窶せる
- Προστακτική
- 窶せ
- Βουλητική
- 窶そう
- Υποθετική (ば)
- 窶せば
- Υποθετική (たら)
- 窶したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 窶したい
- Απαγορευτική (~な)
- 窶すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 窶しなさい
- Παθητική
- 窶される
- Αιτιατική
- 窶させる