窶れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γίνομαι αξιοθρήνητος, φαίνομαι αδυνατισμένος, γίνομαι σκελετωμένος, εξαντλούμαι (από ασθένεια, ανησυχία, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 窶れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 窶れます
- Άρνηση (απλή)
- 窶れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 窶れません
- Παρελθόν (απλό)
- 窶れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 窶れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 窶れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 窶れませんでした
- Τε-μορφή
- 窶れて
- Δυνητική
- 窶れられる
- Προστακτική
- 窶れろ
- Βουλητική
- 窶れよう
- Υποθετική (ば)
- 窶れれば
- Υποθετική (たら)
- 窶れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 窶れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 窶れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 窶れなさい
- Παθητική
- 窶れられる
- Αιτιατική
- 窶れさせる