ちくらみ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζαλάδα (λόγω απότομης έγερσης), ορθοστατική υπόταση, τάση για λιποθυμία, ίλιγγος

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ちくらみする
Παρόν (ευγενικό)
立ちくらみします
Άρνηση (απλή)
立ちくらみしない
Άρνηση (ευγενική)
立ちくらみしません
Παρελθόν (απλό)
立ちくらみした
Παρελθόν (ευγενικό)
立ちくらみしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ちくらみしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ちくらみしませんでした
Τε-μορφή
立ちくらみして
Δυνητική
立ちくらみできる
Προστακτική
立ちくらみしろ
Βουλητική
立ちくらみしよう
Υποθετική (ば)
立ちくらみすれば