ちこぎ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορθοπεταλιές, ορθοπέταλο
  2. 02 όρθια στάση στην κούνια

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ちこぎする
Παρόν (ευγενικό)
立ちこぎします
Άρνηση (απλή)
立ちこぎしない
Άρνηση (ευγενική)
立ちこぎしません
Παρελθόν (απλό)
立ちこぎした
Παρελθόν (ευγενικό)
立ちこぎしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ちこぎしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ちこぎしませんでした
Τε-μορφή
立ちこぎして
Δυνητική
立ちこぎできる
Προστακτική
立ちこぎしろ
Βουλητική
立ちこぎしよう
Υποθετική (ば)
立ちこぎすれば