ちはだかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορθώνομαι στο δρόμο κάποιου (συχνά με τα πόδια ανοιχτά), φράζω τη διέλευση
  2. 02 στέκομαι εμπόδιο (π.χ. στην πρόοδο), παρεμποδίζω

Παραδείγματα

  • てきちはだかる

    Ο εχθρός μας φράζει τον δρόμο.

  • 困難こんなんかれまえちはだかった

    Δυσκολίες του στέκονταν εμπόδιο.

  • あたらしい技術ぎじゅつ導入どうにゅうには、たかいコストというおおきなかべちはだかっている。

    Η εφαρμογή της νέας τεχνολογίας αντιμετωπίζει ένα μεγάλο εμπόδιο: το υψηλό κόστος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ちはだかる
Παρόν (ευγενικό)
立ちはだかります
Άρνηση (απλή)
立ちはだからない
Άρνηση (ευγενική)
立ちはだかりません
Παρελθόν (απλό)
立ちはだかった
Παρελθόν (ευγενικό)
立ちはだかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ちはだからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ちはだかりませんでした
Τε-μορφή
立ちはだかって
Δυνητική
立ちはだかれる
Προστακτική
立ちはだかれ
Βουλητική
立ちはだかろう
Υποθετική (ば)
立ちはだかれば