立たち並ならぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρατάσσομαι σε σειρά, βρίσκομαι παραταγμένος σε σειρά (π.χ. μαγαζιά σε έναν δρόμο), σχηματίζω σειρά
  2. 02 ισούμαι με, βρίσκομαι στο ίδιο επίπεδο με

Παραδείγματα

  • 木きが立たち並ならんでいます。

    Τα δέντρα είναι παρατεταγμένα στη σειρά.

  • 商店街しょうてんがいには、たくさんのお店みせが立たち並ならんでいます。

    Στην εμπορική οδό, πολλά μαγαζιά είναι παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο.

  • 歴史的れきしてきな建物たてものが美うつくしく立たち並ならび、訪おとずれる人々ひとびとを魅了みりょうしています。

    Ιστορικά κτίρια παρατάσσονται όμορφα στη σειρά, μαγεύοντας τους επισκέπτες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ち並ぶ
Παρόν (ευγενικό)
立ち並びます
Άρνηση (απλή)
立ち並ばない
Άρνηση (ευγενική)
立ち並びません
Παρελθόν (απλό)
立ち並んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
立ち並びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ち並ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ち並びませんでした
Τε-μορφή
立ち並んで
Δυνητική
立ち並べる
Προστακτική
立ち並べ
Βουλητική
立ち並ぼう
Υποθετική (ば)
立ち並べば