Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
立ち入り禁止
たちいりきんし
立
立
た
ち
入
い
り
禁
きん
止
し
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
απαγορεύεται η είσοδος, απαγορεύεται η πρόσβαση, μη εισέρχεσθε
02
απαγορευμένος, περιορισμένος