立ち入る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισέρχομαι, μπαίνω, παραβιάζω (ιδιωτικό χώρο)
- 02 ανακατεύομαι, επεμβαίνω, παρασιτώ
- 03 εμβαθύνω, εισχωρώ σε βάθος (σε ένα ζήτημα)
Παραδείγματα
-
ここに立ち入るな。
Μην μπαίνεις εδώ.
-
私有地に立ち入らないでください。
Παρακαλώ, μην εισέρχεστε σε ιδιωτική περιουσία.
-
他者の個人的な問題に、むやみに立ち入るべきではありません。
Δεν θα πρέπει να ανακατεύεσαι άσκοπα στα προσωπικά προβλήματα των άλλων.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 立ち入る
- Παρόν (ευγενικό)
- 立ち入ります
- Άρνηση (απλή)
- 立ち入らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 立ち入りません
- Παρελθόν (απλό)
- 立ち入った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 立ち入りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 立ち入らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 立ち入りませんでした
- Τε-μορφή
- 立ち入って
- Δυνητική
- 立ち入れる
- Προστακτική
- 立ち入れ
- Βουλητική
- 立ち入ろう
- Υποθετική (ば)
- 立ち入れば
- Υποθετική (たら)
- 立ち入ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 立ち入りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 立ち入るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 立ち入りなさい
- Παθητική
- 立ち入られる
- Αιτιατική
- 立ち入らせる