ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω, αποχωρώ, αναχωρώ

Παραδείγματα

  • かれ立ち去たちさった

    Αποχώρησε.

  • かれなにわずに立ち去たちさった

    Έφυγε χωρίς να πει λέξη.

  • 居心地いごこちわるかったのか、彼女かのじょ会議室かいぎしつしずかに立ち去たちさった

    Νιώθοντας μάλλον άβολα, αποχώρησε σιωπηλά από την αίθουσα συσκέψεων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ち去る
Παρόν (ευγενικό)
立ち去ります
Άρνηση (απλή)
立ち去らない
Άρνηση (ευγενική)
立ち去りません
Παρελθόν (απλό)
立ち去った
Παρελθόν (ευγενικό)
立ち去りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ち去らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ち去りませんでした
Τε-μορφή
立ち去って
Δυνητική
立ち去れる
Προστακτική
立ち去れ
Βουλητική
立ち去ろう
Υποθετική (ば)
立ち去れば