ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιμετωπίζω κάποιον σε αθλητικό αγώνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ち合う
Παρόν (ευγενικό)
立ち合います
Άρνηση (απλή)
立ち合わない
Άρνηση (ευγενική)
立ち合いません
Παρελθόν (απλό)
立ち合った
Παρελθόν (ευγενικό)
立ち合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ち合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ち合いませんでした
Τε-μορφή
立ち合って
Δυνητική
立ち合える
Προστακτική
立ち合え
Βουλητική
立ち合おう
Υποθετική (ば)
立ち合えば