かう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιμετωπίζω, αντιτίθεμαι, μάχομαι

Παραδείγματα

  • 問題もんだいかう

    Αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα.

  • 困難こんなんかう勇気ゆうき必要ひつようです。

    Χρειαζόμαστε κουράγιο για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες.

  • 自分じぶん弱点じゃくてん過去かこ失敗しっぱい正直しょうじきかうことで、ひと成長せいちょうできるものです。

    Ο άνθρωπος μπορεί να εξελιχθεί αντιμετωπίζοντας ειλικρινά τις αδυναμίες του και τα λάθη του παρελθόντος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ち向かう
Παρόν (ευγενικό)
立ち向かいます
Άρνηση (απλή)
立ち向かわない
Άρνηση (ευγενική)
立ち向かいません
Παρελθόν (απλό)
立ち向かった
Παρελθόν (ευγενικό)
立ち向かいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ち向かわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ち向かいませんでした
Τε-μορφή
立ち向かって
Δυνητική
立ち向かえる
Προστακτική
立ち向かえ
Βουλητική
立ち向かおう
Υποθετική (ば)
立ち向かえば