立ち小便
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ούρηση σε εξωτερικό χώρο, ούρηση στην άκρη του δρόμου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 立ち小便する
- Παρόν (ευγενικό)
- 立ち小便します
- Άρνηση (απλή)
- 立ち小便しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 立ち小便しません
- Παρελθόν (απλό)
- 立ち小便した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 立ち小便しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 立ち小便しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 立ち小便しませんでした
- Τε-μορφή
- 立ち小便して
- Δυνητική
- 立ち小便できる
- Προστακτική
- 立ち小便しろ
- Βουλητική
- 立ち小便しよう
- Υποθετική (ば)
- 立ち小便すれば
- Υποθετική (たら)
- 立ち小便したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 立ち小便したい
- Απαγορευτική (~な)
- 立ち小便するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 立ち小便しなさい
- Παθητική
- 立ち小便される
- Αιτιατική
- 立ち小便させる