くす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμένω όρθιος, στέκομαι ακίνητος

Παραδείγματα

  • かれつくくした

    Έμεινε ακίνητος.

  • あまりのおどろきに、彼女かのじょつくくした

    Από την έκπληξη, πάγωσε.

  • あまりの衝撃しょうげきに、かれ言葉ことばうしない、そのつくくしたまま、うごけなくなった。

    Από το τόσο μεγάλο σοκ, έχασε τα λόγια του και έμεινε καθηλωμένος στο σημείο, ανήμπορος να κουνηθεί.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ち尽くす
Παρόν (ευγενικό)
立ち尽くします
Άρνηση (απλή)
立ち尽くさない
Άρνηση (ευγενική)
立ち尽くしません
Παρελθόν (απλό)
立ち尽くした
Παρελθόν (ευγενικό)
立ち尽くしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ち尽くさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ち尽くしませんでした
Τε-μορφή
立ち尽くして
Δυνητική
立ち尽くせる
Προστακτική
立ち尽くせ
Βουλητική
立ち尽くそう
Υποθετική (ば)
立ち尽くせば