おうじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακινητοποίηση, εγκλωβισμός, κόλλημα, στασιμότητα, αδιέξοδο
  2. 02 περιέρχομαι σε αδιέξοδο, βρίσκομαι σε δίλημμα, μένω άναυδος, μένω εμβρόντητος
  3. 03 θάνατος όρθιος (και παραμονή σε όρθια στάση), πεθαίνω όρθιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
立ち往生する
Παρόν (ευγενικό)
立ち往生します
Άρνηση (απλή)
立ち往生しない
Άρνηση (ευγενική)
立ち往生しません
Παρελθόν (απλό)
立ち往生した
Παρελθόν (ευγενικό)
立ち往生しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立ち往生しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立ち往生しませんでした
Τε-μορφή
立ち往生して
Δυνητική
立ち往生できる
Προστακτική
立ち往生しろ
Βουλητική
立ち往生しよう
Υποθετική (ば)
立ち往生すれば