立ち行く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διατηρούμαι, επιβιώνω, αποδίδω οικονομικά, βγάζω τα προς το ζην, συνεχίζω να λειτουργώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 立ち行く
- Παρόν (ευγενικό)
- 立ち行きます
- Άρνηση (απλή)
- 立ち行かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 立ち行きません
- Παρελθόν (απλό)
- 立ち行いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 立ち行きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 立ち行かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 立ち行きませんでした
- Τε-μορφή
- 立ち行いて
- Δυνητική
- 立ち行ける
- Προστακτική
- 立ち行け
- Βουλητική
- 立ち行こう
- Υποθετική (ば)
- 立ち行けば
- Υποθετική (たら)
- 立ち行いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 立ち行きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 立ち行くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 立ち行きなさい
- Παθητική
- 立ち行かれる
- Αιτιατική
- 立ち行かせる