立ち退く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποχωρώ, εκκενώνω, αποσύρομαι, φεύγω
- 02 μετακομίζω (από σπίτι κ.λπ.), αδειάζω, εκκενώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 立ち退く
- Παρόν (ευγενικό)
- 立ち退きます
- Άρνηση (απλή)
- 立ち退かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 立ち退きません
- Παρελθόν (απλό)
- 立ち退いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 立ち退きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 立ち退かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 立ち退きませんでした
- Τε-μορφή
- 立ち退いて
- Δυνητική
- 立ち退ける
- Προστακτική
- 立ち退け
- Βουλητική
- 立ち退こう
- Υποθετική (ば)
- 立ち退けば
- Υποθετική (たら)
- 立ち退いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 立ち退きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 立ち退くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 立ち退きなさい
- Παθητική
- 立ち退かれる
- Αιτιατική
- 立ち退かせる