立てこもる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κλείνομαι (στο σπίτι μου, στο δωμάτιό μου κ.λπ.), περιορίζομαι σε κάποιο χώρο
- 02 ταμπουρώνομαι (σε κτίριο), οχυρώνομαι, κρύβομαι, κατέχω (κάστρο κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 立てこもる
- Παρόν (ευγενικό)
- 立てこもります
- Άρνηση (απλή)
- 立てこもらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 立てこもりません
- Παρελθόν (απλό)
- 立てこもった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 立てこもりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 立てこもらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 立てこもりませんでした
- Τε-μορφή
- 立てこもって
- Δυνητική
- 立てこもれる
- Προστακτική
- 立てこもれ
- Βουλητική
- 立てこもろう
- Υποθετική (ば)
- 立てこもれば
- Υποθετική (たら)
- 立てこもったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 立てこもりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 立てこもるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 立てこもりなさい
- Παθητική
- 立てこもられる
- Αιτιατική
- 立てこもらせる