てる

ρήμα, επίθημα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γράφεται και ως 起てる ανασηκώνω, στήνω, υψώνω, ανεγείρω, σηκώνω
  2. 02 μπήγω, χώνω, σκάβω
  3. 03 κάνω (θόρυβο), διαδίδω (φήμη), σηκώνω (σύννεφο σκόνης κ.λπ.), προκαλώ
  4. 04 κάνω, ιδρύω, εγκαθιστώ, αναπτύσσω, διατυπώνω
  5. 05 προτείνω (πολιτικό υποψήφιο), αναδεικνύω (ως ηγέτη)
  6. 06 σέβομαι, του δίνω την πρέπουσα σημασία, τον αναδεικνύω, αποφεύγω να τον φέρω σε δύσκολη θέση
  7. 07 οξύνω, καθαρίζω, διευκρινίζω
  8. 08 κλείνω
  9. 09 φτιάχνω τσάι (μάτσα), τελώ την τελετή του τσαγιού
  10. 10 διαιρώ με
  11. 11 επίθημα κάνω με σθένος, ενεργώ δραστήρια

Παραδείγματα

  • はたてます

    Σηκώνω τη σημαία.

  • あたらしい計画けいかくてました

    Έφτιαξα ένα νέο σχέδιο.

  • かれ長年ながねん経験けいけんかして、あたらしい事業じぎょうてました

    Εκμεταλλευόμενος την πολυετή του εμπειρία, ίδρυσε μια νέα επιχείρηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立てる
Παρόν (ευγενικό)
立てます
Άρνηση (απλή)
立てない
Άρνηση (ευγενική)
立てません
Παρελθόν (απλό)
立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立てませんでした
Τε-μορφή
立てて
Δυνητική
立てられる
Προστακτική
立てろ
Βουλητική
立てよう
Υποθετική (ば)
立てれば