Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
立て場
たてば
立
立
た
て
場
ば
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ιστορικό
στάση για ιππήλατες άμαξες και αμαξάκια (περίοδος Έντο), τόπος ανάπαυσης σε αυτοκινητόδρομο
02
χονδρέμπορος κουρελιών