立て引く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανταγωνίζομαι (π.χ. από υπερηφάνεια, πείσμα κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 立て引く
- Παρόν (ευγενικό)
- 立て引きます
- Άρνηση (απλή)
- 立て引かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 立て引きません
- Παρελθόν (απλό)
- 立て引いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 立て引きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 立て引かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 立て引きませんでした
- Τε-μορφή
- 立て引いて
- Δυνητική
- 立て引ける
- Προστακτική
- 立て引け
- Βουλητική
- 立て引こう
- Υποθετική (ば)
- 立て引けば
- Υποθετική (たら)
- 立て引いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 立て引きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 立て引くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 立て引きなさい
- Παθητική
- 立て引かれる
- Αιτιατική
- 立て引かせる