なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαναστήνω, ξαναστέκομαι όρθιος
  2. 02 αποκαθιστώ (την προηγούμενη ισχύ), αναζωογονώ (π.χ. την οικονομία), αναδιοργανώνω, αναδιατάσσω, διορθώνω, ανακάμπτω, ξαναβάζω στα πόδια του
  3. 03 ξαναφτιάχνω (ένα σχέδιο, μια πολιτική κ.λπ.), αναδιατυπώνω, αναθεωρώ

Παραδείγματα

  • そのはこ立て直たてなおしてください。

    Σήκωσε ξανά αυτό το κουτί, σε παρακαλώ.

  • 会社かいしゃ経営けいえい立て直たてなお必要ひつようがある。

    Πρέπει να βάλουμε την εταιρεία ξανά στα πόδια της.

  • あの大失敗だいしっぱいから、組織そしきとしての信頼しんらいうしなってしまったが、みな協力きょうりょくして時間じかんをかけて立て直たてなおしていくしかない。

    Μετά από αυτή τη μεγάλη αποτυχία, χάσαμε την εμπιστοσύνη ως οργανισμός, αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεργαστούμε όλοι μαζί και να την ξαναχτίσουμε σιγά σιγά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
立て直す
Παρόν (ευγενικό)
立て直します
Άρνηση (απλή)
立て直さない
Άρνηση (ευγενική)
立て直しません
Παρελθόν (απλό)
立て直した
Παρελθόν (ευγενικό)
立て直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立て直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立て直しませんでした
Τε-μορφή
立て直して
Δυνητική
立て直せる
Προστακτική
立て直せ
Βουλητική
立て直そう
Υποθετική (ば)
立て直せば