ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι γεμάτος, συνωστίζομαι, έχω πολλή κίνηση
  2. 02 συσσωρεύομαι (για εργασία), είμαι πολυάσχολος (με πολλά πράγματα), είμαι γεμάτος (για πρόγραμμα), έχω πολλή δουλειά, έχω πέσει με τα μούτρα στη δουλειά

Κλίση

Παρόν (απλό)
立て込む
Παρόν (ευγενικό)
立て込みます
Άρνηση (απλή)
立て込まない
Άρνηση (ευγενική)
立て込みません
Παρελθόν (απλό)
立て込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
立て込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立て込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立て込みませんでした
Τε-μορφή
立て込んで
Δυνητική
立て込める
Προστακτική
立て込め
Βουλητική
立て込もう
Υποθετική (ば)
立て込めば