りったいこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανισόπεδη διάβαση, ανισόπεδος κόμβος, κόμβος τύπου τριφυλλιού, διαχωρισμός επιπέδων κυκλοφορίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
立体交差する
Παρόν (ευγενικό)
立体交差します
Άρνηση (απλή)
立体交差しない
Άρνηση (ευγενική)
立体交差しません
Παρελθόν (απλό)
立体交差した
Παρελθόν (ευγενικό)
立体交差しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立体交差しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立体交差しませんでした
Τε-μορφή
立体交差して
Δυνητική
立体交差できる
Προστακτική
立体交差しろ
Βουλητική
立体交差しよう
Υποθετική (ば)
立体交差すれば