りっこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποψηφιότητα, θέση υποψηφίου, διεκδίκηση (για τη φιλοξενία μιας εκδήλωσης, π.χ. των Ολυμπιακών Αγώνων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
立候補する
Παρόν (ευγενικό)
立候補します
Άρνηση (απλή)
立候補しない
Άρνηση (ευγενική)
立候補しません
Παρελθόν (απλό)
立候補した
Παρελθόν (ευγενικό)
立候補しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立候補しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立候補しませんでした
Τε-μορφή
立候補して
Δυνητική
立候補できる
Προστακτική
立候補しろ
Βουλητική
立候補しよう
Υποθετική (ば)
立候補すれば