りっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιλογή τοποθεσίας (π.χ. για βιομηχανία), καθορισμός θέσης
  2. 02 οπτική γωνία, θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
立地する
Παρόν (ευγενικό)
立地します
Άρνηση (απλή)
立地しない
Άρνηση (ευγενική)
立地しません
Παρελθόν (απλό)
立地した
Παρελθόν (ευγενικό)
立地しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立地しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立地しませんでした
Τε-μορφή
立地して
Δυνητική
立地できる
Προστακτική
立地しろ
Βουλητική
立地しよう
Υποθετική (ば)
立地すれば