りつれい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: りゅうれい

  1. 01 υπόκλιση από όρθια θέση, όρθιος χαιρετισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
立礼する
Παρόν (ευγενικό)
立礼します
Άρνηση (απλή)
立礼しない
Άρνηση (ευγενική)
立礼しません
Παρελθόν (απλό)
立礼した
Παρελθόν (ευγενικό)
立礼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立礼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立礼しませんでした
Τε-μορφή
立礼して
Δυνητική
立礼できる
Προστακτική
立礼しろ
Βουλητική
立礼しよう
Υποθετική (ば)
立礼すれば