りつがん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσευχή προς κάποια θεότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
立願する
Παρόν (ευγενικό)
立願します
Άρνηση (απλή)
立願しない
Άρνηση (ευγενική)
立願しません
Παρελθόν (απλό)
立願した
Παρελθόν (ευγενικό)
立願しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
立願しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
立願しませんでした
Τε-μορφή
立願して
Δυνητική
立願できる
Προστακτική
立願しろ
Βουλητική
立願しよう
Υποθετική (ば)
立願すれば