しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάταξη κεφαλαίων, χωρισμός σε κεφάλαια

Κλίση

Παρόν (απλό)
章立てする
Παρόν (ευγενικό)
章立てします
Άρνηση (απλή)
章立てしない
Άρνηση (ευγενική)
章立てしません
Παρελθόν (απλό)
章立てした
Παρελθόν (ευγενικό)
章立てしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
章立てしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
章立てしませんでした
Τε-μορφή
章立てして
Δυνητική
章立てできる
Προστακτική
章立てしろ
Βουλητική
章立てしよう
Υποθετική (ば)
章立てすれば