竦む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παγώνω (από φόβο κ.λπ.), μένω ακίνητος (π.χ. από έκπληξη), παραλύω (από τρόμο κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κουλουριάζομαι, μαζεύομαι (από φόβο ή ντροπή)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 竦む
- Παρόν (ευγενικό)
- 竦みます
- Άρνηση (απλή)
- 竦まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 竦みません
- Παρελθόν (απλό)
- 竦んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 竦みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 竦まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 竦みませんでした
- Τε-μορφή
- 竦んで
- Δυνητική
- 竦める
- Προστακτική
- 竦め
- Βουλητική
- 竦もう
- Υποθετική (ば)
- 竦めば
- Υποθετική (たら)
- 竦んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 竦みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 竦むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 竦みなさい
- Παθητική
- 竦まれる
- Αιτιατική
- 竦ませる