竦める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανασηκώνω (ώμους), μαζεύω (κεφάλι), μαζεύομαι (σώμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 竦める
- Παρόν (ευγενικό)
- 竦めます
- Άρνηση (απλή)
- 竦めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 竦めません
- Παρελθόν (απλό)
- 竦めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 竦めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 竦めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 竦めませんでした
- Τε-μορφή
- 竦めて
- Δυνητική
- 竦められる
- Προστακτική
- 竦めろ
- Βουλητική
- 竦めよう
- Υποθετική (ば)
- 竦めれば
- Υποθετική (たら)
- 竦めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 竦めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 竦めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 竦めなさい
- Παθητική
- 竦められる
- Αιτιατική
- 竦めさせる