端
ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: たん , はした , つま
- 01 άκρη, τέλος (π.χ. δρόμου), μύτη, σημείο, χείλος, περιθώριο
- 02 αρχή, ξεκίνημα
- 03 υπολείμματα, κομμάτια, ψιλοπράγματα, το ελάχιστο
Παραδείγματα
-
道の端に花が咲いています。
Στην άκρη του δρόμου ανθίζουν λουλούδια.
-
紙の端を少し折ってください。
Διπλώστε λίγο την άκρη του χαρτιού, παρακαλώ.
-
彼は、話の端々に彼の故郷での思い出を語った。
Ενδιάμεσα στην κουβέντα του, διηγήθηκε αναμνήσεις από την πατρίδα του.