端を発する
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεκινώ από, αρχίζω από, πηγάζω από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 端を発する
- Παρόν (ευγενικό)
- 端を発します
- Άρνηση (απλή)
- 端を発しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 端を発しません
- Παρελθόν (απλό)
- 端を発した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 端を発しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 端を発しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 端を発しませんでした
- Τε-μορφή
- 端を発して
- Δυνητική
- 端を発できる
- Προστακτική
- 端を発しろ
- Βουλητική
- 端を発しよう
- Υποθετική (ば)
- 端を発すれば
- Υποθετική (たら)
- 端を発したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 端を発したい
- Απαγορευτική (~な)
- 端を発するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 端を発しなさい
- Παθητική
- 端を発される
- Αιτιατική
- 端を発させる