しょ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανασηκώνω (τη φούστα ενός κιμονό), διπλώνω προς τα μέσα
  2. 02 συντομεύω (μια ιστορία, εξήγηση κ.λπ.), λέω συνοπτικά, παραλείπω, προσπερνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
端折る
Παρόν (ευγενικό)
端折ります
Άρνηση (απλή)
端折らない
Άρνηση (ευγενική)
端折りません
Παρελθόν (απλό)
端折った
Παρελθόν (ευγενικό)
端折りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
端折らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
端折りませんでした
Τε-μορφή
端折って
Δυνητική
端折れる
Προστακτική
端折れ
Βουλητική
端折ろう
Υποθετική (ば)
端折れば