競り落とす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κερδίζω σε δημοπρασία, αγοράζω σε δημοπρασία, υπερσκελίζω στην προσφορά
- 02 κατακυρώνω (σε δημοπρασία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 競り落とす
- Παρόν (ευγενικό)
- 競り落とします
- Άρνηση (απλή)
- 競り落とさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 競り落としません
- Παρελθόν (απλό)
- 競り落とした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 競り落としました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 競り落とさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 競り落としませんでした
- Τε-μορφή
- 競り落として
- Δυνητική
- 競り落とせる
- Προστακτική
- 競り落とせ
- Βουλητική
- 競り落とそう
- Υποθετική (ば)
- 競り落とせば
- Υποθετική (たら)
- 競り落としたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 競り落としたい
- Απαγορευτική (~な)
- 競り落とすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 競り落としなさい
- Παθητική
- 競り落とされる
- Αιτιατική
- 競り落とさせる