ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταγωνίζομαι
  2. 02 πλειοδοτώ
  3. 03 δημοπρατώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
競る
Παρόν (ευγενικό)
競ります
Άρνηση (απλή)
競らない
Άρνηση (ευγενική)
競りません
Παρελθόν (απλό)
競った
Παρελθόν (ευγενικό)
競りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
競らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
競りませんでした
Τε-μορφή
競って
Δυνητική
競れる
Προστακτική
競れ
Βουλητική
競ろう
Υποθετική (ば)
競れば