きょうさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναγωνίζομαι στη δημιουργία (σύνθεση, σχεδίαση, συγγραφή κ.λπ.), διαγωνισμός για την παραγωγή ενός (καλλιτεχνικού, λογοτεχνικού κ.λπ.) έργου

Κλίση

Παρόν (απλό)
競作する
Παρόν (ευγενικό)
競作します
Άρνηση (απλή)
競作しない
Άρνηση (ευγενική)
競作しません
Παρελθόν (απλό)
競作した
Παρελθόν (ευγενικό)
競作しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
競作しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
競作しませんでした
Τε-μορφή
競作して
Δυνητική
競作できる
Προστακτική
競作しろ
Βουλητική
競作しよう
Υποθετική (ば)
競作すれば