きょうえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγωνιστική κολύμβηση, κολυμβητικός αγώνας

Κλίση

Παρόν (απλό)
競泳する
Παρόν (ευγενικό)
競泳します
Άρνηση (απλή)
競泳しない
Άρνηση (ευγενική)
競泳しません
Παρελθόν (απλό)
競泳した
Παρελθόν (ευγενικό)
競泳しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
競泳しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
競泳しませんでした
Τε-μορφή
競泳して
Δυνητική
競泳できる
Προστακτική
競泳しろ
Βουλητική
競泳しよう
Υποθετική (ば)
競泳すれば