たけうま

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περπατώ πάνω σε ξυλοπόδαρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
竹馬に乗る
Παρόν (ευγενικό)
竹馬に乗ります
Άρνηση (απλή)
竹馬に乗らない
Άρνηση (ευγενική)
竹馬に乗りません
Παρελθόν (απλό)
竹馬に乗った
Παρελθόν (ευγενικό)
竹馬に乗りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
竹馬に乗らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
竹馬に乗りませんでした
Τε-μορφή
竹馬に乗って
Δυνητική
竹馬に乗れる
Προστακτική
竹馬に乗れ
Βουλητική
竹馬に乗ろう
Υποθετική (ば)
竹馬に乗れば