わらごえ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέλιο, φωνή που γελάει

Παραδείγματα

  • あかちゃんの笑い声わらいごえこえます。

    Ακούω το γέλιο του μωρού.

  • カフェには友達ともだちたのしそうな笑い声わらいごえひびいていました。

    Στο καφέ αντηχούσαν τα χαρούμενα γέλια των φίλων.

  • パーティー会場かいじょうは、ひさしぶりに人々ひとびとはずむような会話かいわと、それにまじあたたかい笑い声わらいごえたされていた。

    Ο χώρος της δεξίωσης γέμιζε από τις ζωηρές συζητήσεις ανθρώπων που συναντιόνταν μετά από καιρό, ανακατεμένες με ζεστά γέλια.