笑い崩れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεσπώ σε γέλια, καταρρέω από τα γέλια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 笑い崩れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 笑い崩れます
- Άρνηση (απλή)
- 笑い崩れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 笑い崩れません
- Παρελθόν (απλό)
- 笑い崩れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 笑い崩れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 笑い崩れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 笑い崩れませんでした
- Τε-μορφή
- 笑い崩れて
- Δυνητική
- 笑い崩れられる
- Προστακτική
- 笑い崩れろ
- Βουλητική
- 笑い崩れよう
- Υποθετική (ば)
- 笑い崩れれば
- Υποθετική (たら)
- 笑い崩れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 笑い崩れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 笑い崩れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 笑い崩れなさい
- Παθητική
- 笑い崩れられる
- Αιτιατική
- 笑い崩れさせる