笑わら

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδικτυακή αργκό χαχα, χιχι

Παραδείγματα

  • 笑わらう。

    Γελάω.

  • 彼かれは私わたしのジョークに笑わらいました。

    Γέλασε με το αστείο μου.

  • 彼女かのじょは人前ひとまえで話はなすのが苦手にがてで、いつも緊張きんちょうして笑わらうことすら忘わすれてしまう。

    Δυσκολεύεται να μιλήσει μπροστά σε κόσμο και είναι πάντα τόσο αγχωμένη που ξεχνάει ακόμη και να γελάσει.