ふで

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γράφω καλά, είμαι καλός συγγραφέας, έχω πένα που ρέει

Κλίση

Παρόν (απλό)
筆が立つ
Παρόν (ευγενικό)
筆が立ちます
Άρνηση (απλή)
筆が立たない
Άρνηση (ευγενική)
筆が立ちません
Παρελθόν (απλό)
筆が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
筆が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
筆が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
筆が立ちませんでした
Τε-μορφή
筆が立って
Δυνητική
筆が立てる
Προστακτική
筆が立て
Βουλητική
筆が立とう
Υποθετική (ば)
筆が立てば