ひっさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπολογισμός σε χαρτί
  2. 02 απαρχαιωμένο γραφή και αριθμητική

Κλίση

Παρόν (απλό)
筆算する
Παρόν (ευγενικό)
筆算します
Άρνηση (απλή)
筆算しない
Άρνηση (ευγενική)
筆算しません
Παρελθόν (απλό)
筆算した
Παρελθόν (ευγενικό)
筆算しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
筆算しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
筆算しませんでした
Τε-μορφή
筆算して
Δυνητική
筆算できる
Προστακτική
筆算しろ
Βουλητική
筆算しよう
Υποθετική (ば)
筆算すれば