ひっ

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταγραφή, λήψη σημειώσεων, αντιγραφή, σημείωση
  2. 02 σημειώσεις, γραπτά
  3. 03 συντομογραφία γραπτή εξέταση, γραπτό τεστ

Κλίση

Παρόν (απλό)
筆記する
Παρόν (ευγενικό)
筆記します
Άρνηση (απλή)
筆記しない
Άρνηση (ευγενική)
筆記しません
Παρελθόν (απλό)
筆記した
Παρελθόν (ευγενικό)
筆記しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
筆記しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
筆記しませんでした
Τε-μορφή
筆記して
Δυνητική
筆記できる
Προστακτική
筆記しろ
Βουλητική
筆記しよう
Υποθετική (ば)
筆記すれば