επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: とう , など

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα πληθυντική κατάληξη
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα περίπου, μια πρόχειρη ένδειξη κατεύθυνσης, τοποθεσίας, ποσότητας κ.λπ.
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα ονομαστική κατάληξη