すじとお

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω νόημα, είμαι συνεπής, είμαι λογικός, ανταποκρίνομαι στη λογική, είμαι συνεκτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
筋が通る
Παρόν (ευγενικό)
筋が通ります
Άρνηση (απλή)
筋が通らない
Άρνηση (ευγενική)
筋が通りません
Παρελθόν (απλό)
筋が通った
Παρελθόν (ευγενικό)
筋が通りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
筋が通らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
筋が通りませんでした
Τε-μορφή
筋が通って
Δυνητική
筋が通れる
Προστακτική
筋が通れ
Βουλητική
筋が通ろう
Υποθετική (ば)
筋が通れば