すじ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γίνομαι μυώδης (π.χ. για μύες), γίνομαι ινώδης, γίνομαι δύσκαμπτος
  2. 02 γίνομαι άκαμπτος (για στάση ή συζήτηση), γίνομαι τυπικός, γίνομαι τελετουργικός, γίνομαι αδέξιος (για μια κατάσταση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
筋張る
Παρόν (ευγενικό)
筋張ります
Άρνηση (απλή)
筋張らない
Άρνηση (ευγενική)
筋張りません
Παρελθόν (απλό)
筋張った
Παρελθόν (ευγενικό)
筋張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
筋張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
筋張りませんでした
Τε-μορφή
筋張って
Δυνητική
筋張れる
Προστακτική
筋張れ
Βουλητική
筋張ろう
Υποθετική (ば)
筋張れば