こたえをしぶ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διστάζω να δώσω απάντηση, αποφεύγω να απαντήσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
答えを渋る
Παρόν (ευγενικό)
答えを渋ります
Άρνηση (απλή)
答えを渋らない
Άρνηση (ευγενική)
答えを渋りません
Παρελθόν (απλό)
答えを渋った
Παρελθόν (ευγενικό)
答えを渋りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
答えを渋らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
答えを渋りませんでした
Τε-μορφή
答えを渋って
Δυνητική
答えを渋れる
Προστακτική
答えを渋れ
Βουλητική
答えを渋ろう
Υποθετική (ば)
答えを渋れば